Posts Tagged ‘γνώση’

Και όμως, στο Δίκτυο Σκεφτόμαστε, Γινόμαστε πιο Ευφυείς, Μαζί.

Σπεύδω να απαντήσω στο προκλητικό ερώτημα που μας θέτει το περιοδικό The Atlantic Monthly: “Is Google Making Us Stoopid?” (τ. Ιουλίου/Αυγούστου 2008). Αρθρογράφος του είναι ο Nicholas Carr, πρώην executive editor του Harvard Business Review και blogger  για θέματα τεχνολογίας, επιχειρήσεων και πολιτισμού.

Το άρθρο έγινε η αφορμή για να ξεκινήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στο φόρουμ έρευνας και διαλόγου Edge Reality Club, με αρθρογραφία των W. Daniel Hillis, Kevin Kelly, Larry Sanger, George Dyson, Jaron Lanier, Douglas Rushkoff και παράλληλα στο blog της Britannica, με το πολύ εύστοχο άρθρο του Clay Shirky. Όλοι τους, κορυφαίοι διανοητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, με σημαντική παρουσία στη ψηφιακή σκέψη και κουλτούρα, διαφωνούν με τον Carr και «ξηλώνουν» τη ραχοκοκαλιά των επιχειρημάτων και των ιδεών του.

Σας παρουσιάζω συνοπτικά (χωρίς να αποφεύγω τον πειρασμό του εμβόλιμου σχολιασμού) την οπτική του πολύκροτου άρθρου.

Ο Nicholas Carr φοβάται ότι η ολοένα και πιο ενεργός δικτυακή ζωή μας και ιδιαίτερα η προσήλωσή μας στο Goοgling, μας κάνει να χάνουμε μια θεμελιώδη για τον πολιτισμό μας δεξιότητα, την ικανότητά μας για «βαθειά σκέψη».

Ενώ όλα δείχνουν ότι στο δίκτυο γίναμε και πάλι φανατικοί αναγνώστες -καλή συνήθεια που είχαμε παραμελήσει στα χρόνια που μονοπωλούσε την καθημερινότητα μας η τηλεόραση- φαίνεται ότι αυτή η εξέλιξη μόνο ανησυχία τον γεμίζει. Δεν είμαστε οι αναγνώστες που θα ήθελε. Με κάθε μας κλικ, μπορεί να περνάμε γρήγορα και να συνδυάζουμε διαφορετικές πηγές γνώσης και ενημέρωσης, αλλά ο Carr πιστεύει ότι αυτοί οι νέοι τρόποι πιο επιλεκτικής και αποσπασματικής ανάγνωσης, μας φτωχαίνουν αντί να μας πλουτίζουν.

Αμβλύνουν την ικανότητα μας να διαβάζουμε, να εστιάζουμε την προσοχή μας σε πολυσέλιδα λογοτεχνικά βιβλία ή κείμενα, να τα ερμηνεύουμε, να εμβαθύνουμε σε σύνθετα και πυκνά νοήματα. Το συμπέρασμα αναδύεται σχεδόν αβίαστο, καθώς διαβάζουμε το άρθρο του. Το δίκτυο δεν αντικαθιστά ούτε ενσωματώνει απλώς τις παλαιότερες τεχνολογίες. Δεν μας μαθαίνει ξανά την τέχνη της ανάγνωσης. Προκαλεί μια βαθειά μεταβολή στο γνωσιακό μας σύστημα, στην ίδια την κουλτούρα. Εν τέλει, μας «χαζεύει».

Η φιλοδοξία των δημιουργών του Google, Sergey Brin και Larry Page να εξελίξουν την «έξυπνη» και κερδοφόρα μηχανή αναζήτησης, σε μια τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, ωθεί τον Carr να ανασύρει τις σκιές του Όργουελ και του Κιούμπρικ για να χλευάσουν την ευφορία μας ότι απολαμβάνουμε στις μέρες μας μια πρωτόγνωρη για την ανθρωπότητα εποχή ελευθερίας, γνώσης και δημιουργικότητας.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κάθε νέα τεχνολογία που είναι ταυτόχρονα και μια κοινωνική καινοτομία, που διευρύνει τις πνευματικές και δημιουργικές δυνατότητες των πολλών, που ενδυναμώνει την κοινωνική, πολιτική ή οικονομική επιρροή τους, δέχεται την ίδια πάντα κριτική και επίθεση. Παρουσιάζεται ως μια απειλή για τον πολιτισμό, τη σκέψη και τις αξίες, που μοιάζει να είναι από την εποχή του Γουτεμβέργιου σε διαρκή διαδικασία έκπτωσης, αν δεχτούμε το σκεπτικό του Carr.

Μετά την «πλύση εγκεφάλου» της μαζικής τηλεόρασης και της διαφήμισης -πόσα χρόνια τα ακούμε και τα διαβάζουμε- σήμερα με το σαφώς πιο δημοκρατικό Δίκτυο να είναι ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, έχουμε να αντιμετωπίσουμε την πλήρη αποβλάκωση!

Η απώλεια για την οποία συζητάμε, τελικά, δεν αφορά ούτε την εξέλιξη της ανθρώπινης ευφυίας ούτε την τύχη του πολιτισμού μας. Αφορά την απώλεια των προνομίων μιας ελίτ σκέψης -ηγεμονικής για τουλάχιστον δύο αιώνες- που βλέπει να χάνει έδαφος μπροστά στην εξασθένιση κάθε λογής ιεραρχιών και «ιεραρχών».

Ο Clay Shirky, αναπληρωτής καθηγητής στο Πρόγραμμα Διαδραστικών Τηλεπικοινωνιών, στο New York University, εντοπίζει την πραγματική ανησυχία του Carr στην ιστορική μετατόπιση που σημειώνεται από μια κουλτούρα βασισμένη στη δεσπόζουσα θέση του λογοτεχνικού κόσμου, που έτεινε να γίνει η «μετωνυμία για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής». Μια πνευματική και κοινωνική ηγεσία που είχε εξισώσει την ίδια την έννοια του πολιτισμού με τις δικές της αξίες, τη δική της παραγωγή, που είχε επιβάλει τη δική της οπτική για τον κόσμο. Αυτό ακριβώς χάνεται.

Εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί αυτή η μεταβολή στο πεδίο της ισχύος ανάμεσα σε πνευματικές ή άλλες ελίτ και της πιο δημοκρατικής συμμετοχής μας όχι μόνο στην κατανάλωση αλλά κυρίως στην παραγωγή ιδεών και σκέψης στο δίκτυο, θα πρέπει να μας ανησυχεί και να μας φοβίζει.

Σωστά κατά τη γνώμη μου ο Clay Shirky γράφει :

«Ο Carr έχει δίκιο να πιστεύει ότι κάτι θυσιάζουμε στο πεδίο του πολιτισμού μας, καθώς μεταβάλλεται το τοπίο των Μέσων. Με δεδομένη αυτή την αλλαγή, το βασικό ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουμε δεν είναι αν όντως υπάρχει κάποια θυσία. Οι θυσίες είναι αναπόφευκτες όταν έχουμε σοβαρές αλλαγές. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι αν είναι μια θυσία που αξίζει να κάνουμε, και ακόμα πιο σημαντικό είναι (να αναρωτηθούμε) τί πρέπει να κάνουμε ώστε η θυσία μας να αξίζει τον κόπο. Η μοναδική στρατηγική που μας διασφαλίζει ότι δεν θα βελτιώσουμε τίποτα, είναι να ελπίζουμε, ότι με κάποιον τρόπο θα γυρίσουμε το ρολόι πίσω. Αυτή θα είναι μια σίγουρη αποτυχία, που δεν θα αναβιώσει ούτε το παρελθόν, ούτε θα βελτιώσει το μέλλον».

Ο Carr αποπνέει την αύρα ενός συγκαλυμένου, αν και τεχνολογικά καταρτισμένου, λουδίτη. «Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη αλλά, ίσως, να μη συμβεί αυτή τη φορά». Το πνεύμα του λουδιτισμού, που με λεπτή ειρωνία το αποδίδει ο Shirky, όταν επικρατεί, είναι αυτό που στερεί πολύτιμη διανοητική ενέργεια από τους ανθρώπους. Ξεστρατίζει τη σκέψη μας σε λάθος ερωτήματα, σε παραπλανητικές αγωνίες. Μας στρέφει σε άγονες κατευθύνσεις, ξοδεύει το χρόνο και τις δυνάμεις μας.

Πιστεύω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη χώρα μας.

Τα κύρια σημεία του άρθρου του Nicholas Carr παρουσιάστηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής (13/07/08) με συμπληρωματικά σχόλια «επιφανών χρηστών του διαδικτύου», όπως επίσης, στο καθημερινό της φύλλο μερικές μέρες αργότερα. Όλοι συνηγορούσαν στην ίδια γραμμή σκέψης. Καμιά διαφορετική φωνή, κανένας από τους σημαντικούς στοχαστές και δημιουργούς της ψηφιακής κουλτούρας δεν περιλήφθηκε. Η σκέψη τους παραμένει άγνωστη και ανοίκεια στο ευρύτερο κοινό στη χώρα μας.

Η προτίμηση που έχουν τα παραδοσιακά Μέσα στις λουδίτικες φωνές, που επικρίνουν τις αλλαγές που φέρνει η δικτυακή ζωή, διαμορφώνουν ένα τείχος στη ροή νέων ιδεών στη χώρα μας. Η τεχνολογική φαντασμαγορία παρουσιάζεται σαν μια σειρήνα έτοιμη να μας παρασύρει σε παγίδες και κινδύνους. Αυτή ακριβώς η στερεότυπη ιδεολογική στάση συνιστά το κύριο πολιτισμικό εμπόδιο στην δυναμικότερη συμμετοχή μας στην παγκόσμια παραγωγή και τη διάχυση νέων ιδεών και προτάσεων.

Ο W. Daniel Hillis αντιστρέφει το ερώτημα του Nicholas Carr: «Το πρόβλημα μας δεν είναι ότι γινόμαστε πιο βλάκες, αλλά κυρίως, ότι ο κόσμος μας απαιτεί να γίνουμε ευφυέστεροι». Στο ίδιο πνεύμα και ο Kevin Kelly : «Θα αφήσουμε το Google να μας κάνει πιο έξυπνους;»

Κυριολεκτικά έρχεται το κάτω-πάνω: πληθαίνουν τα bottom-up δικτυακά εγχειρήματα και δοκιμάζονται λύσεις 2.0 στο πεδίο της παραγωγής, της πολιτικής, της σκέψης, της γνώσης, της επικοινωνίας. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι βασίζονται στην αυτο-οργάνωση, στη συνεργασία, την αναγνώριση της αξίας της συμβολής όσων συμμετέχουν σε ένα κοινό έργο, στο μοίρασμα και τη διάχυση των ιδεών.

Ο Charles Leadbeater στο θαυμάσιο βιβλίο του «We-Think: The Future is Us», δίνει τη μεγάλη πολιτική εικόνα μέσα στην οποία εντάσσεται και η πρόκληση του δικτύου.

Το περιβάλλον, η ενέργεια, η παγκόσμια διακυβέρνηση και ασφάλεια, η διεύρυνση της δημοκρατίας αλλά και η σταθερή μας επιδίωξη για μια ζωή με ποιότητα, η προσπάθειά μας να μεγαλώσουμε κι άλλο τους ορίζοντες της γνώσης, μας ζητούν να συνεργαστούμε και να προχωρήσουμε σε νέους τρόπους σκέψης, να γίνουμε πιο δημιουργικοί, να αναλάβουμε συλλογική δράση.

Χωρίς να παραγνωρίζει ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα εκτροπών για τις ελευθερίες μας μέσα στο άναρχο, εκτός παραδοσιακών ελέγχων, δικτυακό πεδίο, βλέπει πρωτίστως την αισιόδοξη τροπή που μπορεί να πάρει η ιστορία μας. Αν βασιστούμε στην παράδοση του Διαφωτισμού και της φιλελεύθερης σκέψης (liberal tradition), στις αξίες της εμπιστοσύνης και της συνεργασίας, μπορούμε να ανοιχτούμε στη νέα εποχή, έχοντας ως γνώμονα την τεκμηριωμένη σκέψη και όχι τις ιδεολογικές εμμονές μας.

Αυτό που τεκμηριώνεται σήμερα όλο και περισσότερο είναι η δύναμη της συλλογικής μας ευφυίας. Στο δίκτυο, ναί, σκεφτόμαστε , γινόμαστε πιο ευφυείς, μαζί!


Το παραπάνω είναι άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο ένθετο “Βήμα Ιδεών” της εφημερίδας “ΤΟ ΒΗΜΑ”
Το παραπάνω είναι άρθρο μου στο blog του περιοδικού Βήμα Ιδεών.

Tags: , , , , , , ,

No Comments


Οι διασκέψεις, τα κινητά τηλέφωνα και η καταπολέμηση της φτώχειας

Στο προσκήνιο επανήλθε το πρόβλημα της φτώχειας και της πείνας. Αφορμή, η διεθνής κούρσα των τιμών των τροφίμων, που πλήττει πλέον φτωχές και ανεπτυγμένες χώρες. Η Σύνοδος Κορυφής που διοργάνωσε ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ στη Ρώμη (3-5 Ιουνίου), για να αντιμετωπίσει την κρίση, απέτυχε να καταλήξει σε «μια νέα παγκόσμια στρατηγική για την αντιμετώπιση της πείνας» και τη «διασφάλιση τροφής για όλους, σήμερα και αύριο».

Η σημερινή επισιτιστική κρίση δεν είναι συγκυριακή. Είναι αποτέλεσμα μιας σειράς επιλογών. Το πρόβλημα της φτώχειας, η διεθνής κοινότητα το έχει αντιμετωπίσει σε μεγάλο βαθμό με πνεύμα περισσότερο φιλανθρωπίας, μέσα από προγράμματα και καμπάνιες βοήθειας και σε μικρότερο βαθμό ως ένα θέμα αναδιαπραγμάτευσης των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, αναμόρφωσης της γεωργικής πολιτικής αλλά και επενδύσεων στην εκπαίδευση και την τεχνολογία. Η προσέγγιση, της βοήθειας είναι τελικά η πιο ανώδυνη οδός για τον ανεπτυγμένο κόσμο, για όλους μας. Δεν αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.

Μια νέα παγκόσμια συμφωνία για την αγροτική πολιτική διατυπώνεται περισσότερο ως ευχή παρά ως δέσμευση με συγκεκριμένα έκτακτα μέτρα για το σήμερα, αλλά και νέα αντίληψη για τη μελλοντική βιώσιμη διαχείριση των κοινών πόρων.

Όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για τις παραμέτρους ενός προβλήματος, όταν δεν μπορούμε να εξισορροπήσουμε αντικρουόμενα συμφέροντα, πως θα λάβουμε κοινές αποφάσεις;

Οι κύριες αντιπαραθέσεις:

1. Χρειάζεται να αυξηθεί η παγκόσμια γεωργική παραγωγή με επενδύσεις στην έρευνα για νέους γενετικά τροποποιημένους σπόρους, λιπάσματα, αρδευτικά έργα και τη χρήση υψηλής τεχνολογίας ή η γεωργική παραγωγή είναι επαρκής αλλά δεν γίνεται ορθή διαχείριση της;
2. Για τις υψηλές τιμές στα τρόφιμα ευθύνονται οι περιορισμοί στις εξαγωγές (χώρες όπως η Ινδία, το Βιετνάμ, η Καμπότζη υποσχέθηκαν να επιτρέψουν ξανά τις εξαγωγές ρυζιού) σε συνδυασμό με τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα εμπορικά εμπάργκο; Ή είναι υπεύθυνοι οι κερδοσκόποι των χρηματηστηριακών αγορών τροφίμων οι οποίοι μεθοδεύουν τις υψηλές τιμές; Ούτε ο αναπτυσσόμενος κόσμος έχει κοινά συμφέροντα: άλλες χώρες εισάγουν και άλλες εξάγουν αγροτικά προιόντα.
3. Τα βιοκαύσιμα αποτελούν λύση ή πρόβλημα; Πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στα βιοκαύσιμα από αιθανόλη και ζαχαροκάλαμο;

Είμαστε στην αρχή μιας νέας «πράσινης επανάστασης» στην αγροτική πολιτική όπως προαναγγέλει ο Μπαν Κιν Μουν ή στάσιμοι σε παλιές πολιτικές, επαναλαμβάνοντας για άλλη μια φορά τους Στόχους Ανάπτυξης της Χιλιετίας; Είναι ρεαλιστικός ο στόχος να μειωθεί στο μισό η ακραία φτώχεια (άνθρωποι που «ζουν» με λιγότερο από 1 δολλάριο την ημέρα) μέχρι το 2015; Ισχνά αποτελέσματα μέσα σε οκτώ χρόνια. Νησίδες εύθραυστης ανάκαμψης σε ορισμένες χώρες αλλά και πισωγυρίσματα στην υπο-Σαχάρια Αφρική.

Σήμερα, δύο δισεκατομμύρια ανθρώποι σε όλο τον κόσμο και εκατό εκατομμύρια κάτοικοι φτωχών χωρών κινδυνεύουν να ενταχθούν στις τάξεις των πεινασμένων και εξαθλιωμένων του πλανήτη.

Εντονη είναι η κριτική για τα χρήματα που ξοδεύονται σε προγράμματα βοήθειας, που αν και προσφέρουν μια ανακούφιση, τελικά δεν είναι αποτελεσματικά. Η διαγραφή μέρους των χρεών των αναπτυσσόμενων χωρών, η ανθρωπιστική υποστήριξη, οι δωρεές, είναι σημαντικές αλλά δεν δίνουν από μόνες τους βιώσιμες λύσεις εξόδου από την φτώχεια. Γίνονται μέρος του προβλήματος, δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη, δεν ενδυναμώνουν ανθρώπους και κοινότητες να αποκτήσουν τα μέσα, τους πόρους για μια ενεργό συμμετοχή στη οικονομική ζωή.

Τί χρειάζεται λοιπόν να γίνει;

Οταν κοιτάμε το πρόβλημα «από τα κάτω».

Ασύρματα δίκτυα, εκπαίδευση και εμπόριο: Κοινωνίες που βρίσκουν τις δικές τους λύσεις…

‘Ενα άρθρο των New York Times που δημοσιεύτηκε στις 13 Απριλίου 2008, τράβηξε την προσοχή μου: “Can the Cell Phone Help End Global Poverty?”. Μπορεί το κινητό τηλέφωνο να βοηθήσει να δώσουμε τέλος στην παγκόσμια φτώχεια; Προκλητικό και ενδιαφέρον ερώτημα.

Τι είδους λύσεις μπορεί να περιμένει κανείς σε ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα, από τα κινητά τηλέφωνα όταν επί χρόνια κυβερνήσεις, διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, ηγέτες πολυεθνικών επιχειρήσεων, εμπειρογνώμονες και επιστήμονες, ανθρωπιστικές οργανώσεις δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τολμηρές πολιτικές και μέτρα με πραγματικό αποτέλεσμα και αντίκτυπο;

Στο εκ πρώτης όψης παράδοξο αυτό ερώτημα, υπάρχουν μερικές ενδιαφέρουσες απαντήσεις που δίνει στο άρθρο της η Sara Corbett των NYT. Όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η εξάπλωση των κινητών τηλεφώνων στις αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να βοηθήσει τους πολίτες τους να πετύχουν ένα καλύτερο βιωτικό επίπεδο και να αναμορφώσουν την οικονομία τους

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, το 2006, το 68% των συνδρομητών της κινητής τηλεφωνίας προέρχονταν από χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η πρόσβαση όλο και περισσότερων φτωχών ανθρώπων στην ασύρματη επικοινωνία –που είναι εύχρηστη και δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις- τους εξασφαλίζει την αναγκαία πληροφόρηση για τις τιμές των προιόντων τους, τους επιτρέπει να φτιάξουν καλύτερα κανάλια διανομής στις τοπικές αγορές, να αναζητούν νέους αγοραστές. Δημιουργούν μόνοι τους νέες πηγές εισοδημάτων, ενημερώνονται που ανοίγουν νέες δουλειές. Η απόκτηση κινητού τηλεφώνου έχει βοηθήσει ολόκληρα χωριά και κοινότητες να αναπτύξουν ευφάνταστες και επιτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες, να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους και το ΑΕΠ της χώρας τους.

Η Grameeen Bank, η τράπεζα των φτωχών, με ιδρυτή τον Νομπελίστα Muhammad Yunus, έφερε την καινοτομία της μικροπιστωτικής, που σήμερα είναι ένα από τα πιο ενδιάφέροντα και καινοτόμα «κινήματα» στο χώρο της χρηματοπιστωτικής (microfinance movement). Η Grameen Bank, εμπιστεύτηκε ως φερέγγυους δανειολήπτες τις φτωχές γυναίκες του Bangladesh και τους πρόσφερε μικρο-δάνεια για να αναπτύξουν μια νέα επιχειρηματική δραστηριότητα βασισμένη στην απόκτηση κινητών τηλεφώνων. Από το 1996 έως σήμερα περισσότερες απο 250.000 “phone–ladies” κερδίζουν το ψωμί τους δίνοντας τη δυνατότητα σε συγχωριανούς τους να λαμβάνουν ή να κάνουν τηλεφωνήματα έναντι πολύ χαμηλού αντίτιμου. Τα “village-phones” είναι τόσο πετυχημένα που έχουν εξαπλωθεί στην Ουγκάντα, την Ρουάντα, το Καμερούν και την Ινδονησία. Σε κάθε χώρα, μπορεί να δεί κανείς νέες εφαρμογές, νέες χρήσεις, με βάση τις τοπικές ανάγκες. Οι νέοι εμπειρογνώμονες είναι οι ίδιοι οι χρήστες, από τους οποίους μαθαίνουν οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας. Έτσι κινείται μια ολόκληρη τοπική οικονομία που αξιοποιεί τους τοπικούς πόρους, την ανθρώπινη ευφυία και δημιουργικότητα.

Πάνω σε αυτή την πλατφόρμα αναπτύσσονται πλέον καινοτομικά τραπεζικά προιόντα προσαρμοσμένα πλήρως στο κινητό τηλέφωνο (mobile banking) και είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Παράλληλα, μη-κυβερνητικες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον Τρίτο Κόσμο με την υποστήριξη εταιριών κινητής τηλεφωνίας γίνοναι πιο αποτελεσματικές στο έργο τους. Παρέχουν άμεση ενημέρωση στους κατοίκους για το HIV/AIDS, τη χολέρα ή άλλα λοιμώδη νοσήματα. Ιατρικές ομάδες στη Νότιο Αφρική παρακολουθούν την τήρηση της θεραπευτικής αγωγής που δίνουν στους πάσχοντες και τους προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες υγείας. Συντονίζουν με instant messaging την ανθρωπιστική βοήθεια όπου ξεσπούν κρίσεις.

Η συνεργασία του United Nations Foundation με το Vodafone Group Foundation Technology μας δίνει μερικά χειροπιαστά παραδείγματα για το πως η ασύρματη τεχνολογία βοηθά το έργο των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Διαβάστε “Mobilizing for Change. Wireless Technology for Social Change: Trends in Mobile Use by NGOsεδώ.

Ο Νιλ Τούροκ, καθηγητής Φυσικομαθηματικών στο Cambridge, κορυφαίος κοσμολόγος, σε πρόσφατη συνένετευξη του στο περιοδικό «Κ» (8 Ιουνίου 2008) μιλά για το μέλλον της Αφρικής: «Πιστεύω οτι, αν πρόκειται να σωθεί η Αφρική, αυτό θα γίνει μόνο από τους Αφρικανούς, και μάλιστα από νέους που θα αποκτήσουν ανώτερη εκπαίδευση. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί η οικονομική στήριξη του ανεπτυγμένου κόσμου στην Αφρική δεν έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα: επειδή δεν στοχεύει να ενισχύσει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ώστε η Αφρική να αποκτήσει τεχνογνωσία».

Πού καταλήγουμε

Η νέα κουλτούρα της συνεργασίας, του μοιράσματος των ιδεών, της γνώσης, της συν-δημιουργίας και της καινοτομίας, της ενδυνάμωσης της φωνής όλο και περισσότερων συνδεδεμένων ανθρώπων, μέσα από τις τεχνολογίες κοινωνικής δικτύωσης –από τα πιο ακριβά laptops και το i-phone μέχρι τα χαμηλού κόστους laps (one laptop per child project), τα κινητά τηλέφωνα ή το mobile internet– προκαλεί ανατροπές στον τρόπο που σκεφτόμαστε και δρούμε.

Το ζήτημα της παγκόσμιας φτώχειας θα το διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά πλέον οι αναπτυσσόμενες χώρες, όταν παράλληλα με το σημερινό μοντέλο της βοήθειας, επαναδιαπραγματευτούν τους όρους που συμμετέχουν στο παγκόσμιο εμπόριο και κυρίως αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες για δικτύωση, νέες συμμαχίες, επενδύσεις στην εκπαίδευση και τη γνώση, όταν ανοίξουν τις αγορές προιόντων και αγαθών και εμπιστευούν τον εαυτό τους . Οι ίδιες έχουν ήδη σαφή δείγματα των νέων δυνατοτήτων που τους ανοίγονται.

Το παραπάνω είναι άρθρο μου από το blog του περιοδικού Βήμα Ιδεών.

Reblog this post [with Zemanta]

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

No Comments



SetPageWidth