Archive for the ‘Social Responsibility’ Category

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη στον κλάδο των Τροφίμων

Άρθρο μου στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” για την ιδέα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης στον κλάδο των τροφίμων.

Τον Φεβρουάριο του 2003 κυκλοφορεί το περιοδικό Fortune με κεντρικό θέμα “Is Fat the Next Tobacco?”. Τα τρόφιμα παραλαμβάνουν με τον πιο επίσημο τρόπο- τουλάχιστον στον οικονομικό τύπο- την σκυτάλη μετά την καπνοβιομηχανία την κεντρική πολιτική σκηνή. Αν το τσιγάρο είναι μια ανθυγιεινή συνήθεια και ενδεχομένως παραμένει δύσκολο να παράξουν οι εταιρίες ένα ασφαλές για την υγεία προιόν, δεν ισχύει το ίδιο με τους κλάδους των τροφίμων, των ποτών και της γρήγορης εστίασης.

Το θέμα της παχυσαρκίας- ιδιαίτερα της νεανικής σε συνδυασμό με τον παιδικό διαβήτη και οι συνέπειες για την υγεία- ήδη το 2001 300.000 θάνατοι ετησίως στις ΗΠΑ καταγράφηκαν ως συνέπεια του προβλήματος της παχυσαρκίας ενώ 117 δις δολάρια επιβαρύνθηκε εκείνη τη χρονιά στο δημόσιο σύστημα υγείας , η ιατρική και φαρμακευτική υποστήριξη των ασθενών. Το θέμα της παχυσαρκίας που καταγράφετο ως ανδυόμενο και ανησυχητικό πρόβλημα δημόσιας υγείας και κατα τα προηγούμενα 50 χρόνια, λαμβάνει πλέον διαστάσεις επείγουσας αντιμετώπισης από τα κράτη, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την ιατρική κοινότητα. Οι εταιρίες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια νέα πραγματικότητα.

Τα θέματα της ευθύνης τους απέναντι στην υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών αξιολογούνται ως πρωτεύουσας σημασίας. Συχνές είναι οι αγωγές πλέον εναντίον τους για θέματα που συνδέονται με τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών των προιόντων τους αλλά και ευρύτερα με τις προοπτικές επιδείνωσης των δεικτών και των δαπανών δημόσιας υγείας που συνδέονται με την κατανάλωση επεξεργασμένων και λιπαρών και με συντηρητικά τροφίμων.

Κοντά σε αυτά τα θέματα, τα διατροφικά ζητήματα και κρίσεις που αφορούν συχνά θέματα ασφάλειας των τροφίμων (γενετικά τροποποιημένα συστατικά, ακρυλαμύδια, αφιλατοξίνες..) μετατρέπουν τα επξεργασμένα και συσκευασμένα τρόφιμα, το σύνολο της βιομηχανίας τροφίμων , ποτών και γρήγορης εστίασης σε στόχους ρυθμίσεων, περιοριμών, ελέγχων και κυρίως έγκλησης για ανεύθυνη στάση απέναντι στο δημόσιο καλό.

Τόσο στα Μέσα όσο και στην συνείδηση καταναλωτών και των δημόσιων αρχών και φορέων υγείας, ο κλάδος των τροφίμων αποτελεί το νέο μεγάλο κίνδυνο μετά το τσιγάρο. Στο πεδίο των τροφίμων δίνονται πλέον οι πιο σημαντικές αντιπαραθέσεις για τη διαμόρφωση νέων αντιλήψεων για το ρόλο της διατροφής, τα όρια της ευθύνης των επιχειρήσεων, οι ευκαιρίες για ανάπτυξη νέων ασφαλέστερων προιόντων, η επικοινωνία και το μαρκετινγκ νέων διατροφικών προτύπων σε συνδυασμό με μια δραστήρια ζωή.

Πλέον οι εταιρίες τροφίμων στα χρόνια που μεσολάβησαν επανατοποθετήθηκαν στο θέμα της ευθύνης τους. Αναγνώρισαν τη σημασία των ζητημάτων υγείας αλλά και τις προσδοκίες των καταναλωτών τους για προσφορά εκ μέρους τους ασφαλέστερων και πιο υγειινων προιόντων.

Η έρευνα για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη και την Υπεύθυνη Κατανάλωση που πραγματοποίησε για 5η χρονιά το Ινστιτούτο Επικοινωνίας σε συνεργασία με το Παντειο Πανεπιστήμιο δείχνει τη διαχρονική προσοδοκία των πολιτών για παροχή απο το σύνολο των εταιριών ασφαλών και υγεινών προιόντων, που δεν βλαπτουν το περιβάλλον. Αυτή θεωρείται κύρια ευθύνη, είναι στο κεντρο της αντιλήψης τους για την ΕΚΕ σε συνδυασμό με την υιοθέτηση υπεύθυνων κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρακτικές παραγωγής και με σεβασμό στη διαφορετικότητα και τα διακαιώματα των εργαζομένων τους.

Καθώς τα τρόφιμα αλλα και η επικοινωνία των εταιριών τροφίμων και γρήγορης εστίασης βρίσκονται στην ημερήσια διαταξη των Μέσων, οι πολίτες αναγνωρίζουν οτι οι εταιρίες τροφίμων προσπαθούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις και τις προσδοκίες των κοινωνιών για μεγαλύτερη επίδειξη ευθύνης στο σύνολο των λειτουργιών τους. Τις αναδεικνύουν, σε αυθόρμητο επίπεδο, ως υπεύθυνες επιχειρήσεις κατα τα δύο τελευταίες μετρήσεις.

Ωστόσο, η κρισιμότητα των διατροφικών ζητημάτων και ο επείγων χαρακτήρας τους καθιστά τις εταιρίες τροφίμων, ποτών και γρήγορης εστίασης ταυτόχρονα «ύποπτες» για μη υπεύθυνη συμπεριφορά. Διαφορετικοί καταναλωτές του δείγματος της έρευνας εκτιμούν οτι δεν ανταποκρίνονται με υπεύθυνο τρόπο απέναντι στις υποχρεώσεις τους στην κοινωνία.

Αντίφαση; Θα έλεγα όχι. Είναι αναμενόμενο ένας κλάδος που είναι στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, αντιπαράθεσης και επικοινωνίας να συγκεντρώνει την προσοχή και διαφορετικές κρίσεις. Σημασία έχει να τονίσουμε οτι βρίσκεται στην κορυφή της προσοχής και της αξιολόγησης των πολιτών και με το ισοζύγιο της φήμης υπευθυνότητας να «γέρνει» προς τον θετικό άξονα.

Οι εταιρίες τροφίμων, ποτών και γρήγορης εστίασης έχουν πολύ δρόμο να κάνουν για να διαμορφώσουν μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές αλλά και με το σύνολο των stakeholders. Τα διατροφικά ζητήματα, συνδεδεμένα πλέον όχι μονο με στενά θέματα υγείας και ασφάλειας αλλά και με την αλληλεπίδρασης τους με ζητήματα περιβαλλοντικής ή αγροτικής πολιτικής, εργασιακών σχέσεων, συνεισφοράς στην επίλυση παγκόσμιων κοινωνικών προβλημάτων (πχ φτώχεις, πείνα), οδηγούν τις εταιρίες τροφίμων να αναθεωρήσουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο και τον δημόσιο ρόλο τους. Καλούντια τοποθετηθούν σε θέματα ευρύτερα απο τα θέματα που απτονται των δικων τους στρατηγικών στόχων, να συνδέσουν την ανάπτυξη, τη βιωσιμότητα και την καινοτομία τους με την ευρύτερη κοινωνική συμμετοχή τους, με τις τύχες και τις προοπτικές των κοινωνικών και των οικοσυστημάτων στα οπoία δραστηριοποιούνται.

CSR 2009 Food Sector

Tags: , , ,

No Comments


Συνέντευξη στην εφημερίδα “Μέτοχος” για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Παρακάτω βρίσκεται η συνέντευξη που έδωσα στον δημοσιογράφο Δημήτρη Γλύστρα, και δημοσιεύθυκε στην εφημερίδα “Μέτοχος”. Η συνέντευξη αφορά σε θέματα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης.

1. Πως εκτιμάτε ότι εξελίσσεται η άποψη του ελληνικού κοινού για τις δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης;

Μπέττυ Τσακαρέστου: Στις 16 Ιουνίου, το Ινστιτιούτο Επικοινωνίας και το Πάντειο Πανεπιστήμιο παρουσίασαν τα αποτελέσματα της 5ης Ερευνας για την ΕΚΕ και την Υπεύθυνη Κατανάλωση. Η έρευνα διεξήχθη τον Ιανουάριο του 2009 σε δείγμα 2001 πολιτών με την άδεια της καναδικής εταιρίας δημοσκοπήσεων GlobeScan.

Μια απο τις βασικές παραδοχές για την ανάπτυξη της ΕΚΕ διεθνώς συνδέεται με την παρουσία και την υπεύθυνη και κριτική στάση του ενεργού πολίτη- καταναλωτή τόσο απέναντι στις επιχειρηματικές δράσεις, όσο και κατα την επιλογή/αγορά προιόντων και υπηρεσιών.

Διαπιστώνουμε οτι ένας ενδιαφέρον μετασχηματισμός αξιών, αντιλήψεων, προσδοκιών και συμπεριφορών έχει αναδειχτεί και τείνει να ενδυναμώνεται μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Ο συνειδητός πολίτης-καταναλωτής αποτελεί μια υπολογίσιμη κοινωνική δύναμη αλλαγής μέσα στην Ελληνική κοινωνία πλέον. Το στρεότυπο της «απάθειας» των ελληνων πολιτών αν και έχει παραμείνει ισχυρό, οι ελληνες πολίτες μας δείχνουν οτι έχουν ήδη «μετακινηθεί» σε απόψεις και συμπεριφορά.

Αφενός οι προσδοκίες τους απέναντι στον επιχειρηματικό κόσμο παραμένουν σταθερά υψηλές και εστιασμένες τα τελευταία χρόνια (2004-2009) κατα τις οποίες γίνεται η έρευνα. Τέσσερεις είναι οι κύριες περιοχές εστίασης των προσδοκιών των πολιτών απο τις επιχειρήσεις και οι οποίες συγκεντρώνουν σε κάθε μέτρηση τα υψηλότερα ποσοστά: Ειδικότερα στη μέτρηση του 2009, οι επιχειρήσεις θα «έπρεπε να θεωρηθούν απόλυτα υπεύθυνες στο να διασφαλίζουν οτι τα προιόντα τους είναι ασφαλή και υγιεινά (87.9%), στο να διασφαλίζουν οτι προιόντα και υπηρεσίες δεν βλάπτουν το περιβάλλον (80,9%), στο να παρέχουν προιόντα και υπηρεσίες καλής ποιότητας στη χαμηλότερη δυνατή τιμή (74,6%) και στην ίση μεταχείριση όλων των υπαλλήλων και των υποψηφίων στις θέσεις εργασίας ανξερτήτως φύλου, εθνικότητας, θρησκεύματος ή σεξουαλικής προτίμησης (72,5%)

Αφετέρου οι έλληνες πολίτες-καταναλωτές υιοθετούν όλο και πιο έντονα συνειδητή στάση απέναντι στις επιχειρήσεις ανάλογα με την αξιολόγηση τους στα θέματα της υπευθυνότητας.

Επιβραβεύουν και τιμωρούν τις επιχειρήσεις τόσο σε επίπεδο διαχείρισης της φήμης τους (word of mouth) όσο και σε επίπεδο αγοραστικής συμπεριφοράς.

Επιβραβεύουν οσες θεωρούν κοινωνικά υπεύθυνες είτε μιλώντας είτε θετικά είτε αγοράζοντας τα προιόντα τους (52,2%) ή τις τιμωρούν, αρνούμενοι να αγοράσουν τα προιόντα της είτε μιλώντας επικριτκά για αυτή (66,2%)

Διαχρονικά οι ποσοστιαίες μεταβολές της επιβράβευσης των κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων έχουν ως ακολούθως:

2004-2007: +40,5%
2007-2008: -12%
2008-2009: +13,1%.

Αντίστοιχα οι ποσοστιαίες μεταβολές της τμωρίας των μη κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων διαμορφώνονται ως εξής:

2004-2005: +15%
2005-2007: +34%
2007-2008: -6,8%
2008-2009: +8,1%

Ενω παρατηρούμε τη σταθερή «ροπή» του Ελληνα καταναλωτή προς την τιμωρία είναι πολύ σημαντική, ωστόσο και η θετική αναγνώριση και ενεργός επιβράβευση της ΕΚΕ κερδίζει έδαφος.

Η συνέπεια των επιχειρήσεων σε πολιτικές και δράσεις ΕΚΕ, η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία ως μέρος της προβολής της ΕΚΕ θα είναι καθοριστικές ώστε οι πολίτες να διακρίνουν και να αξιολογούν θετικά κάθε φορά τους υπευθυνους επιχειρηματικούς φορείς έναντι όσων αξιολογούν ως μη κοινωνικά υπεύθυνους. (Σημείωση: η GlobeScan πραγματοποίησε την έρευνα παράλληλα σε 32 χώρες σε συνεργασία με μεγάλους ερευνητικούς και μη-κερδοσκοπικούς ερευνητικούς φορείς. Για την Ελλάδα, υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της έρευνας είναι το Ινστιτούτο Επικοινωνίας σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το τεχνικό μέρος της έρευνας, το ανέλαβε η MRB Hellas)

2. Ποια νομίζετε ότι είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις καλές προθέσεις της ΕΚΕ και στην μαρκετινίστικη υστεροβουλία; Πως μπορεί να ξεχωρίσει ο καταναλωτής τις «καλές προθέσεις» και πόσο σημαντικό είναι να το κάνει αυτό;

Μπέττυ Τσακαρέστου: Η ΕΚΕ δεν είναι θέμα καλών προθέσεων. Η αντιπαράθεση του πνεύματος αλτρουισμού και της απόδοσης «καλών προθέσεων» ως στοιχείο νομιμοποίησης της ΕΚΕ έναντι του « ιδιοτελούς κίνητρου του κέρδους» παραμένει ισχυρή και εν πολλοίς αποπροσανατολίζει τις πολιτικές της ΕΚΕ μέσα σε ένα ευρύτερο εγχείρημα για νέα μοντέλα υπεύθυνης, βιώσιμης, καινοτόμου οικονομικής, κοινωνικής και πράσινης ανάπτυξης που αναζητά η παγκόσμια κοινωνία.

Ο επιχειρηματικός κόσμος, μέσα σε ένα συνθετο περιβάλλον οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κρίσης –δηλαδή αποτυχίας του υφιστάμενου μοντέλου αξιών και ανάπτυξης- έχει την πρόκληση ν α αποδείξει διαχρονικά και εμπράκτως οτι αναζητά να γεφυρώσει την επιειρηματική με την κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη και ωφέλεια και να τα καταστήσει πλενεκτήματα αντατγωνισμού, ανάπτυξης και ποιότητας ζωής αν όχι επιβίωσης για όλους τους κοινωνικούς μετόχους.

Το μαρκετινγκ αλλά και οι περισσότερες επικοινωνιακές δράσεις έχουν συνδεθεί στην αντιληψη πολλών πολιτών με την «υστεροβουλία» των επιχειρήσεων και λιγότερο με το καταναλωτικό και δημόσιο όφελος. Οι αντιλήψεις ασφαλώς εξελίσσονται όπως διαπιστώνουμε και απο τα ερευνητικά δεδομένα, ωστόσο είναι μια διαδικασία αργή και με πολλαπλούς ελέγχους συνέπειας και διαφάνειας. Θα είναι συνεχή τα «crash tests» υπευθυνότητας για τις επιχειρήσεις εφεξής.

Ο καταναλωτής όλο και περισσότερο θα αναζητά να διακρίνει σε επιχειρήσεις, προιόντα και υπηρεσίες που πληρουν προδιαγραφές ασφάλειας, οικολογίας, κοινωνικής ευθύνης, τήρησης ορθού πλαισίου εργασιακών σχέσεων, τηρησης των κανόνων ανταγωνισμού, μέρος του οποίου ειναι και η υπεύθυνη τιμολογιακή πολιτική. Οι προθέσεις θα συνεχίσουν να παίζουν ρόλο στην κρίση των πολιτών. Οι προθέσεις θ κρίνονται, εκτιμώ, όλο και περισσότερο με βάση τα πεπραγμένα των επιχειρήσεων και των μαρκών τους, με την υιοθέτηση ή την απουσία ανοιχτής πολιτικής διαλόγου και διαφάνειας με καταναλωτές και ολους τους stakeholders, αξιοποιώντας πλέον το νέο δυναμικό πεδίο των social media, παρουσίαζοντας, συζητώντας και επιδιώκοντας τη συμμετοχή και τη συνεργασία των πολιτών για να πετύχουν προιοντικές καινοτομίες που θα ενσωματώνουν τις νεες κοινωικές και περιβαλλοντικες προδιαγραφές. Μια πιό εφικτή προσέγγιση στο win-win.

3. Η κρίση ανάγκασε τις εταιρίες να περιορίσουν τις δαπάνες για την ΕΚΕ. Πρέπει να συνδέεται η ΕΚΕ με το χρηματικό «περίσσευμα»; Η πρακτική αυτή ποια ηθική νομιμοποίηση έχει;

Μπέττυ Τσακαρέστου: Οταν οι επιχειρήσεις «περιορίζουν τις δαπάνες για ΕΚΕ» δείχνουν με σαφή και έμπρακτο τρόπο οτι η αντιληψη τους και η πολιτική τους στο πεδίο της επιχειρηματικής κοινωνικής ευθύνης είναι περιορισμένη. Υποστηρίζω οτι η ΕΚΕ αφορά πρωτίστως την διαδικασία αλλαγής και επιχειρηματικού μοντέλου , μετασχηματισμού της εταιρικής κουλτούρας και αφορά στο σύνολο των λειτουργιών και αποφάσεων τις επιχείρησης: στην εταιρική διακυβέρνηση, στη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης προιόντων και υπηρεσιών,στον έλεγχο τήρησης κοινού πλαισίου αρχών και προδιαγραφών υπευθυνότητας από όλη την εφοδιαστική αλυσιδα της επιχείρησης, στη διοίκηση ανθρωπίνων πόρων με έμπρακτο σεβασμού στα εργασιακά και ανθρώπινα δικαιώματα και την ανάπτυξη των γνώσεων και των δεξιοτήτων των εργαζομένων, στις επενδύσεις στην πράσινη και την κοινωνική καινοτομία, μέσω του σχεδιασμού και διάθεσης στους πολίτες-καταναλωτές επιλογές ασφαλών και «πράσινων» προιόντων, σε σωστές τιμές.

Η ΕΚΕ αν αφορά «ειδικά προγράμματα» στα οποία οι επιχειρήσεις επενδύουν ένα χρηματικό πλεόνασμα, τότε, δικαιώνουν όσους τηρούν στάση επιφύλαξης και έντονης κριτικής απέναντι στη δυναμική του κινήματος της ΕΚΕ. Η ΕΚΕ δεν ήρθε να προσφέρει απλώς ένα πιο περιεκτικό και στρατηγικό ή και ιδεολογικό πλαίσιο για τις χορηγίες, τις φιλανθρωπίες και τα προγραμματα κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Δεν είναι “business as usual” σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες προσαρμογές σε ρητορική και επιλεκτικές πρακτικές. Η ΕΚΕ αφορά τη συμμετοχή του επιχειρηματικού κόσμου στην ευρύτερη αναθεώρηση που επιχειρούν οι σύγχονες οικονομίες, κοινωνίες και κράτη στις αξίες, τις προτεραιότητες και στη διαχείριση του μέλλοντος. Η σημερινή κρίση θα αποδειχτεί πράγματι ευκαιρία στο βαθμό που οι επιχειρούμενες αλλαγές είναι τολμηρές, σε συνεργασία του δημόσιου, του ιδιωτικού και του κοινωνικού τομέα.

Η υπευθυνότητα είναι μια αξία και ένα σύνολο πολιτικών που διατρέχει σήμερα όλη την παγκόσμια κοινότητα. Αυτή είναι και το ηθικό μέτρο των αποφάσεων και των δράσεων όλων των stakeholders για τη βιωσιμότητα του πλανήτη.

4. Πόσο ενεργή είναι σήμερα η συμμετοχή της ΕΚΕ στη θεωρία του management και γενικώς του επιχειρείν, κατά την εκπαίδευση των εκκολαπτόμενων επιστημόνων;

Μπέττυ Τσακαρέστου: Η ΕΚΕ δεν αφορά μόνο τις επιχειρηματικές και επικοινωνιακές σπουδές. Η πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαετία τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας έχουν εστιάσει στη μελέτη και την διδασκαλία της ΕΚΕ σε συνδυασμό με τη θεωρία της διοίκησης, τις σπουδές επικοινωνίας, αλλά και με ευρύτερα επιστημονικά πεδία όπως είναι οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες, η οικονομία, οι ανθρωπιστικές σπουδές και οι περιβαλλοντικές σπουδές, το δίκαιο, η αρχιτεκτονική, το design. Κα

Η προβληματική της υπευθυνότητας κρατών, οργανισμών , επιχειρήσεων, πολιτών-καταναλωτών ενσωματώνεται σε πολλα προγραμματα σπουδών και στ τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Παράλληλα αναπτύσσεται τόσο η ακαδημαική έρευνα όσο και οι ερευνητικές προσπάθειες στο πεδίο ερευνητικών φορέων και ινστιτουτων.

Είναι πολύ σημαντικό οι νέοι επιστήμονες που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις νέες παγκόσμες προκλήσεις απο διαφορετικές θέσεις ευθύνης- ως επιστήμονες, ως πολιτικοί, ως επιχειρηματίες και στελέχη οργανισμών , ως δημόσιοι λειτουργοι, ως άνθρωποι της επικοινωνίας και των Μέσων, ως παραγωγοί και διαχειριστές πολιτισμμού, ως πολίτες και ως καταναλωτές να έχουν ανοίξει τους ορίζοντες τους τόσο στη θεωρία, τη φιλοσοφία της υπευθυνότητας όσο και στις νέες μεθοδολογίες, τις προσεγγίσεις, τις καλές και αποτυχημένες πρακτικές στον κοινωνικό και επιχειρηματικό πειραματισμό με την ΕΚΕ. Η ΕΚΕ συμβάλλει ώστε όλοι οι οργανισμοί και οι πολίτες να ενθαρρυνθούν να αλλαξουν οπτική, να ανανεώσουν το όραμα ,την αποστολή, τις αξίες,τις προοπτικές τους.

5. Μια εταιρία που δεν έχει πόρους να επενδύσει στην ΕΚΕ έχει ανταγωνιστικό μειονέκτημα προβολής έναντι άλλων, ευπορότερων εταιριών;

Μπέττυ Τσακαρέστου: Η επένδυση στην κουλτούρα και τις πρακτικές της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας είναι πρωτίστως επένδυση στην ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Η «προβολή» της ΕΚΕ αφορά στο σύνολο της παρουσίας και των πολιτικών των επιχειρήσεων. Αφορά στο πόσο υπεύθυνα αντιμετωπίζουν τον πολίτη, τον καταναλωτη και τον εργαζόμενο, αφορά στο αναγνωρίζουν τη συμμετοχή τους στην επίλυση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων με τα οποία συνδέεται άμεσα η δραστηριότητα τους αλλά και η τεχνογνωσία τους. Η προβολή αφορά τα αποτελέσματα, και θά έλεγα τα διαρκή θετικά αποτελέσματα της επιχειρηματικής και κοινωνκής τους δραστηριοποίησης, τη διαφάνεια, τη δημόσια λογοδοσία, την παραδοχή λαθών ή παραλείψεων, και την άμεση και σωστή αντιμετώπιση κρίσεων με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Η προβολή μιας συνεχούς και συνεπούς επιχειρηματικής επένδυσης στην υπευθυνότητα και την καινοτομία δίνουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και προβάδισμα. Αν η ΕΚΕ γίνει αντιληπτή ως άλλο ένα πεδίο και «εργαλείο» προβολής και δημοσιότητας, τότε, μάλλον θα έχει την τύχη που έχουν στην αντίληψη των πολιτών-καταναλωτών όλες οι γνωστές μορφές επικοινωνίας, θα θεωρηθούν άλλο ένα «τερτίπι του μάρκετινγκ» σπαταλώντας άγονα ένα σημαντικό και ουσιαστικό πεδίο αναθεώρησης του ρόλου των επιχειρήσεων στην παγκόσμια κοινωνία και στη διαχείριση σημαντικών κοινωνικών κα περιβαλλοντικών ζητήμάτων

Εχουν διατυπωθεί προτάσεις ώστε οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε δίκτυα επιχειρηματικά και κοινωνικά ώστε μέσω των συνερασίών και των συνεργείων να αντλούν τους απαραίτητους πόρους, την τεχνογνωσία, ώστε να καταστήσουν την ΕΚΕ «κλειδί» και για τη δική τους ανάπτυξη παράλληλα με την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή και συμβολή τους στην επίλυση προβλημάτων, κρίσεων και προκλήσεων της τοπικής ή και της παγκόσμιας κοινωνίας.

Tags: , , , ,

No Comments


Επιχειρήσεις και κορυφαίες μάρκες ασπάζονται το motto: “Συμφέρει να είσαι καλός!” Ναί! Αλλά ποιός θα πληρώσει το λογαριασμό;

«Θα είσασταν διατεθειμένοι να πληρώσετε 10% επιπλέον για ένα προϊόν που θα ήταν φιλικό στο περιβάλλον ή που θα υποστηρίζε έναν κοινωνικό σκοπό;»

Αυτή η ερώτηση, με εναλλακτικές διατυπώσεις, επανέρχεται σε διεθνείς και ελληνικές έρευνες. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και οργανισμοί θέλουν να διαπιστώσουν αν οι καταναλωτές είναι έτοιμοι να αναλάβουν και εκείνοι ένα επιπλέον κόστος ώστε να καταστεί συμφέρουσα η παραγωγή και η διάθεση στην αγορά  προϊόντων που έχουν παραχθεί με σωστές περιβαλλοντικές και κοινωνικές προδιαγραφές. Αναρωτιούνται αν υπάρχουν αρκετοί καταναλωτές που θα επιβραβεύσουν με τις αγορές τους ή με την καλή τους γνώμη, τα προϊόντα και τις επιχειρήσεις που θα προσπαθήσουν να ανέβουν στο άρμα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Θα αγοράζαμε , λοιπόν, προϊόντα που είναι πιο ακριβά από άλλα, αντίστοιχης ποιότητας και λειτουργικότητας, επειδή θα γνωρίζαμε ότι δεν έχουν χρησιμοποιήσει παιδική, φθηνή ή ανασφάλιστη εργασία; Θα προτιμούσαμε προϊόντα, τα οποία είναι συγκριτικά ακριβότερα απο άλλα γιατί χρησιμοποιούν οικολογικά υλικά και δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον;

Μια από τις βασικές ερμηνείες που έχουν διατυπωθεί για την επιτυχία του ρεύματος της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, είναι η δύναμη της πίεσης των πολιτών και καταναλωτών.

Οι επιχειρήσεις λένε: αν οι καταναλωτές θέλουν προϊόντα που παράγονται με πιο υπεύθυνο τρόπο, τότε ας είναι έτοιμοι να πληρώσουν και το ακριβότερο τίμημα που συνεπάγεται αυτή η αλλαγή στην παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων. Αυτή η παραδοχή θεωρείται ως αυταπόδεικτη αλήθεια. Σπάνια ελέγχεται η ορθότητά της. Την ασπάζονται επιχειρήσεις, πολλοί εκπρόσωποι ΜΚΟ, κυβερνήσεις και την επαναλαμβάνουν δημόσια σε κάθε ευκαιρία.

Οι καταναλωτές λένε: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να μας παρέχουν προϊόντα υψηλής ποιότητας (δηλαδή, προϊόντα υγιεινά, ασφαλή, που δεν θα βλάπτουν το περιβάλλον, που θα σέβονται τους ανθρώπους και τις κοινωνίες), σε χαμηλές τιμές! Δεν θέλουμε να μετακυλίουν το κόστος της περιβαλλοντικής και κοινωνικής τους συμμόρφωσης σε μας τους καταναλωτές. Είναι καθήκον τους.

Την προσωπική μου θέση και τον προβληματισμό, με τους οποίους έκλεισα και το εισαγωγικό σημείωμα του αφιέρωματος για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, την φέρνω προς συζήτηση σε αυτο το blog:

Σήμερα, οι ίδιοι οι καταναλωτές είναι περισσότερο πρόθυμοι να αλλάξουν την ατομική συμπεριφορά στην καθημερινή τους ζωή, να επιλέξουν τα νέα τεχνολογικά εξελιγμένα προϊόντα «με κοινωνική και περιβαλλοντική συνείδηση». Αρκεί βέβαια, να έχουν πραγματικές και προσιτές επιλογές: προϊόντα και προτάσεις αστικής ζωής που θα είναι ελκυστικές, ποικίλες και ορατές όπου και αν στρέψουν το βλέμμα τους. Καθιστώντας την οικολογική επιλογή οικονομικά «ασύμφορη», συγκρινόμενη με πληθώρα καταναλωτικών προτάσεων της αγοράς, που δεν έχουν αυτές τις προδιαγραφές, δεν διατρέχουμε άραγε τον κίνδυνο, να σηματοδοτήσουμε το «πράσινο» ή κοινωνικά υπεύθυνο lifestyle ως το νέo, πολυτελές, σύμβολο κοινωνικής και ατομικής διάκρισης; Μια επιλογή για λίγους και όχι μια προσιτή επιλογή για τους πολλούς;

Ο ρυπαίνων, ναί, να πληρώνει ακριβά, όχι αυτός που επιλέγει να ζεί, να παράγει και να καταλώνει υπεύθυνα.

Το παραπάνω είναι άρθρο μου από το blog του περιοδικού Βήμα Ιδεών.

Tags: , , ,

No Comments


Επιχειρήσεις και κοινωνία: Σύγκρουση ή συνεργασία;

Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη μέσα σε μία δεκαετία αναδείχθηκε σημαντικό ζήτημα διαβούλευσης στη διεθνή πολιτική και επιχειρηματική σκηνή, διαμόρφωσε ένα νέο ακαδημαϊκό πεδίο έρευνας και μελέτης στα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου και αποτέλεσε την κύρια στρατηγική επιλογή για την ανάπτυξη της Ευρώπης τον 21ο αιώνα.

Με αφετηρία τη Σύνοδο Κορυφής της Λισαβόνας το 2001, έλαβε τα χαρακτηριστικά ενός ορμητικού «κύματος»- «ευρωπαϊκό κίνημα» χαρακτηρίστηκε από αρκετούς σχολιαστές- καθώς συνδέθηκε με τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης και της βιώσιμης ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο ρευστό και απρόβλεπτο παγκόσμιο περιβάλλον. Μιας Ευρώπης που έθεσε ως όραμά της να ενισχύσει τις δημοκρατικές της αξίες και να στηρίξει την κοινωνική της ευημερία και σταθερότητα επενδύοντας σε ένα νέο μοντέλο επιχειρηματικής κουλτούρας το οποίο θα συνδέει τα οικονομικά με τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη.

Με έμφαση στην οικονομική, κοινωνική και θεσμική καινοτομία, στην ποιοτική απασχόληση, στην αλληλεγγύη, στη συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών θεσμών και στην κοινωνική συνοχή, επαναπροσδιορίζεται η στρατηγική της Λισαβόνας το 2006 ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική ορατότητα και δυναμική στις επιχειρηματικές και πολιτικές κοινότητες των ευρωπαϊκών χωρών.

Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προς μια «κοινωνία της ευθύνης» σε μεγάλο βαθμό αποτελούν ένα κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς και ενθάρρυνσης κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αναζητήσουν από κοινού βιώσιμες λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα του περιβάλλοντος, της φτώχειας ή της υγείας. Η πρόκληση, παρά την περιρρέουσα ρητορική, παραμένει: θα αναγνωρίσουμε όλοι, πολίτες, κράτη, επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις και διεθνείς οργανισμοί, ότι ζώντας σε έναν αλληλένδετο κόσμο μοιραζόμαστε κοινές προοπτικές ευημερίας και κινδύνους;

Η σχέση των επιχειρήσεων με την κοινω νία διαμορφώθηκε ως μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην υπεράσπιση των δημόσιων αγαθώ ν και στην άπληστη επιδίωξη ιδιωτικών κερδών

Θέλουμε και μπορούν να γίνουν οι εταιρείες «πολίτες του κόσμου», συμμετέχοντας με υπευθυνότητα και διαφάνεια στην παγκόσμια διακυβέρνηση; Ο προβληματισμός για τον ρόλο των επιχειρήσεων στην κοινωνία ήταν σε διαρκή εξέλιξη και αναδιαπραγμάτευση σε όλη τη διαδρομή του 20ού αιώνα και συνεχίζεται, σε νέο πλαίσιο, στις μέρες μας.

Στις αρχές του 1950 ο Βowen- κατά πολλούς ο «πατέρας» της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης στη σύγχρονη εποχήδιερωτάται: «Σε ποιον βαθμό τα επιχειρηματικά συμφέροντα συγκλίνουν μακροπρόθεσμα με τα συμφέροντα της κοινωνίας;». Κατά τον Βowen «Η υπευθυνότητα αναφέρεται στην υποχρέωση των επιχειρηματιών να επιδιώκουν εκείνες τις πολιτικές, να λαμβάνουν εκείνες τις αποφάσεις ή να ακολουθούν εκείνες τις γραμμές δράσης που είναι αποδεκτές σύμφωνα με τους στόχους και τις αξίες της κοινωνίας μας». Αντιλαμβανόταν την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως μια εθελοντική δέσμευση που συμπληρώνει τους ελέγχους της νομοθεσίας, του ανταγωνισμού και του εθιμικού δικαίου.

Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ο αέρας του νεοφιλελευθερισμού φυσάει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Τέλος εποχής για το άλλοτε ισχυρό κράτος πρόνοιας και τις παρεμβάσεις του στην αγορά, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των οικονομικών και κοινωνικών κερδών και κινδύνων. Οι πρωταγωνιστές της ανατέλλουσας οικονομικής τάξης είναι οι επιχειρήσεις και τα άτομα, που απελευθερώνονται πλέον από κρατικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Οριό τους είναι η δύναμη των ιδεών τους, το ρηξικέλευθο πνεύμα και η επιχειρηματικότητά τους. Η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος συνδέεται με τη μεγιστοποίηση του κοινού οφέλους. Τα εθνικά κράτη χάνουν ορισμένα από τα κυριαρχικά τους δικαιώματα έναντι υπερεθνικώνδιακρατικών θεσμών, κυρίως στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η ΕΕ, παράλληλα με τα ισχυρά λόμπι των πολυεθνικών εταιρειών, διαμορφώνουν τις διεθνείς οικονομικές παραμέτρους και τη ροή του χρήματος. Οι κυβερνήσεις γίνονται σε μεγάλο βαθμό διαχειριστές υλοποίησης οικονομικών πολιτικών που έχουν ληφθεί- έστω και με τη συμμετοχή τους- εκτός εθνικών συνόρων. Ο δημόσιος χώρος επαναπροσδιορίζεται, κυρίως, ως μια ανοιχτή αγορά που οφείλει να παραμένει ελκυστική για την επιχειρηματική δράση. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η αποτροπή μετεγκατάστασης πολυεθνικών επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνότερο εργατικό κόστος και φιλικότερες νομοθετικές και φορολογικές ρυθμίσεις ασκούν ισχυρή πίεση στο εσωτερικό των κυβερνήσεων, που προσπαθούν να επιτύχουν επιθυμητούς στόχους ανάπτυξης και περιορισμού της ανεργίας.

Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκαταλέγονται στους μεγάλους κερδισμένους της θεαματικής οικονομικής ανάπτυξης που συνόδευσε την απορρύθμιση και την απελευθέρωση των αγορών. Η σημαντική επιρροή τους στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών, αλλά και οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες μιας επιχειρηματικής δράσης που δεν υπέκειτο πλέον στους παραδοσιακούς νομοθετικούς και κρατικούς ελέγχους, έδωσαν την ώθηση για μια θυελλώδη αντιπαράθεση και έθεσαν εκ νέου το ζήτημα του δημόσιου ελέγχου των παγκόσμιων εταιρειών.

Οι επιχειρήσεις και τα ηγετικά στελέχη τους θεοποιήθηκαν αλλά και δαιμονοποιήθηκαν. Ηλθαν αντιμέτωπες με την καχυποψία των πολιτών, αναμετρήθηκαν με κοινωνικά κινήματα και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Αναδείχθηκαν σύμβολο των δεινών της παγκοσμιοποίησης αλλά και κοινωνικοί οργανισμοί που προάγουν τη δημιουργικότητα και την καινοτομία παράγοντας σημαντική οικονομική και κοινωνική αξία. Η σχέση των επιχειρήσεων με την κοινωνία διαμορφώθηκε ως μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών και στην άπληστη επιδίωξη ιδιωτικών κερδών.

Τα σκάνδαλα που απασχόλησαν τη διεθνή κοινή γνώμη- από την Εnron ως τη Χerox και την Ρarmalat, ή στις μέρες μας οι υποθέσεις της Siemens και της Soci t G n rale- θέτουν σημαντικά ερωτήματα για την αξιοπιστία των εσωτερικών συστημάτων ελέγχου, για την ηθική υπόσταση των εταιρικών ηγεσιών αλλά και για τις εργασιακές πρακτικές. Αρκετοί αναρωτιούνται αν μπορούμε να μιλάμε για υπεύθυνη επιχειρηματικότητα μέσα σε μια τόσο δυσοίωνη συγκυρία.

Οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης. Η κοινωνική αποδοχή τους δεν συναρτάται μόνο με τις καλές οικονομικές επιδόσεις, την τήρηση του νόμου και το σποραδικό φιλανθρωπικό ή χορηγικό τους έργο.
Ο διάχυτος κυνισμός των πολιτών, όπως πιστοποιούν διεθνείς και ελληνικές έρευνες, ωθεί τις επιχειρήσεις στην αναζήτηση ενός νέου επιχειρηματικού μοντέλου. Προτεραιότητά
τους γίνεται η διεύρυνση της αποστολής τους ώστε να ενσωματώνει τις αξίες της υπευθυνότητας και της δημόσιας λογοδοσίας, η ηθική εγρήγορση της ηγεσίας, η ανάπτυξη της «κοινωνικής οξυδέρκειας» των διοικήσεων και των στελεχών, που θα τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν εγκαίρως και να ανταποκρίνονται στις αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες.

Αναζητούν διαδικασίες και ελέγχους που θα διασφαλίσουν και θα πιστοποιήσουν μιαν υπεύθυνη εταιρική διακυβέρνηση, η οποία θα αφορά το σύνολο των εσωτερικών λειτουργιών και αποφάσεων. Σταδιακά το παιχνίδι του ανταγωνισμού αλλάζει. Νέο λεξιλόγιο, νέοι κανόνες, νέες πολιτικές και πρακτικές κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης δίνουν το στίγμα της εποχής. Οι έννοιες και οι στρατηγικές του διαλόγου, της συνεργασίας, των συμμαχιών και της υπευθυνότητας κυριαρχούν στο επιχειρηματικό και στο πολιτικό πεδίο. Τα διακυβεύματα είναι παγκόσμια και αναζητούνται βιώσιμες και ρηξικέλευθες λύσεις.

Επιχειρώντας έναν πρώτο απολογισμό των κύριων διλημμάτων και των θεσμικών προσαρμογών προς την κατεύθυνση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης θα εστιάζαμε στα ακόλουθα τρία σημεία:

1. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη μπορεί να γίνει αντιληπτή ως πολυμερές πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πείραμα με διεθνή εμβέλεια, για να διαμορφωθεί το Νew Deal του 21ου αιώνα. Η αξιοπιστία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των συμμετεχόντων- επιχειρήσεων, κρατών, ΜΚΟ και διεθνών οργανισμών αλλά και των ίδιων των πολιτώννα παρέμβουν στη δημόσια ζωή και να λειτουργήσουν ως καταλύτες ευρύτερων αλλαγών στην κοινωνία και στην οικονομία. Επιφυλακτικές ή και αντίθετες φωνές, προερχόμενες από τον επιχειρηματικό, τον πολιτικό και τον ακαδημαϊκό κόσμο, υποστηρίζουν ότι παρά τη θετική συμβολή των κοινωνικών-ιδιωτικών συμπράξεων στον δημόσιο διάλογο και την ανάδειξη «καλών και καινοτόμων μοντέλων» υπεύθυνης δράσης, η δυνατότητά σημαντικών κοινωνικών αλλαγών είναι περιορισμένη.

Ακόμη πιο έντονη επιφύλαξη εκφράζεται για τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει το θόλωμα των ορίων μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Ενας από τους κύριους εισηγητές αυτής της θέσης, ο καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ Robert Reich, υποστηρίζει ότι οι σφαίρες της πολιτικής και της επιχειρηματικότητας πρέπει να μείνουν διακριτές αν θέλουμε να έχουμε έναν δυναμικό καπιταλισμό και μια σφύζουσα δημοκρατία. Με βάση αυτό το σκεπτικό, οι επιχειρήσεις ως νομικά μορφώματα δεν «δικαιούνται» να φέρουν την ιδιότητα του εταιρικού «πολίτη» (corporate citizen) ούτε θα πρέπει να μετέχουν στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών.

2. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη έχει ως βάση της την εθελοντική δέσμευση και αυτορρύθμιση των επιχειρήσεων. Ωστόσο, παράλληλα με τον εταιρικό εθελοντισμό, είναι αναγκαία η ανανέωση του νομοθετικού πλαισίου και η υιοθέτηση ήπιων ρυθμίσεων για την περαιτέρω ενίσχυση και διάχυση της κουλτούρας και των πρακτικών κοινωνικής ευθύνης σε όλη την κοινωνία. Η αναζήτηση λύσεων στα επιτακτικά παγκόσμια προβλήματα απαιτεί να καινοτομήσουμε και να σχεδιάσουμε νέους θεσμούς που θα προάγουν τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Να προχωρήσουμε πέρα από το δίλημμα που μας ζητεί να επιλέξουμε μεταξύ της αυτορρύθμισης και της θέσπισης νέων νόμων που θα «επιβάλουν» την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη.

Χρειαζόμαστε ένα ευρύ πλαίσιο ρυθμίσεων που θα λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως ισχυρό «κίνημα» έχει δώσει το έναυσμα για τη δημιουργία νέων θεσμών και ρυθμιστικών πρωτοβουλιών, αποτέλεσμα της διαβούλευσης και της σύμπραξης όλων των τομέων της κοινωνίας και της οικονομίας: το Παγκόσμιο Οικουμενικό Σύμφωνο, τα επιχειρηματικά δίκτυα για την ΕΚΕ, νέοι χρηματιστηριακοί δείκτες υπεύθυνης επιχειρηματικότητας (FΤSΕ 4Good, Dow Jones Sustainability Ιndex) ή οργανισμοί που προάγουν τη δημόσια λογοδοσία των επιχειρήσεων (Global Reporting Ιnitiative) είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Και όπως σημειώνει ο «Εconomist», «οι επιχειρήσεις θα τα καταφέρουν με τη βοήθεια των κυβερνήσεων. Η αλλαγή είναι ένα συλλογικό διακύβευμα και μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο εργαζόμενοι συλλογικά».

3. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, όπως σημειώνουν συγγραφείς του αφιερώματός μας, δεν είναι πανάκεια ούτε μονόδρομος. Προϋποθέτει μια κοινωνία σταθερά προσανατολισμένη στις αξίες της ευθύνης, της συνεργασίας, του αναστοχασμού, μια κοινωνία ανοιχτή στον διάλογο και στη δημιουργικότητα.

Προϋποθέτει επίσης ότι θα διαμορφώσουμε μια συνολική εμπειρία καθημερινής ζωής και θα επιλέγουμε προϊόντα, υπηρεσίες, οικιστικό περιβάλλον που εμπνέονται από οικολογικές αξίες. Οι θιασώτες του πράσινου καταναλωτικού lifestyle, οι συγκλίνοντες κόσμοι των Μέσων, της διαφήμισης, του design, της μόδας, της αρχιτεκτονικής και των τεχνών υιοθετούν το «πράσινο» branding, πειραματίζονται και καινοτομούν. Μεταμορφώνουμε σταδιακά μαζί τους την καθημερινότητά μας, ζώντας και εμπνεόμενοι από τις αξίες και τις συναρπαστικές προτάσεις της οικο-δημιουργικότητας.

Η τρέχουσα αντίληψη «θέλει» όμως να πληρώνουμε ακριβά τις οικολογικές μας επιλογές. Επιχειρήσεις, κράτη και καταναλωτές θα πρέπει, όπως εμφατικά υποστηρίζεται, να μοιραστούμε το μεγαλύτερο κόστος που συνεπάγεται η παραγωγή οικολογικών προϊόντων, «καθαρών αυτοκινήτων», ή η στροφή προς σπίτια και γραφεία με οικολογικό design. Να μοιραστούμε δηλαδή το ρίσκο της μετάβασης σε μια αειφόρο κοινωνία και οικονομία. Τίθεται όμως το ερώτημα: Καθιστώντας την οικολογική επιλογή οικονομικά «ασύμφορη», σε σύγκριση με πληθώρα καταναλωτικών προτάσεων της αγοράς που δεν έχουν αυτές τις προδιαγραφές, δεν διατρέχουμε άραγε τον κίνδυνο να σηματοδοτήσουμε το «πράσινο» lifestyle ως το νέo, πολυτελές, σύμβολο κοινωνικής και ατομικής διάκρισης; Μια επιλογή για λίγους και όχι μια προσιτή επιλογή για τους πολλούς;

Η οικολογική αφύπνιση των καταναλωτών και η αποδοχή της ατομικής τους ευθύνης ως πολιτών έχουν αυξήσει το ενδιαφέρον τους να μετρήσουν και να μετριάσουν το «οικολογικό τους αποτύπωμα» ή να απορρίψουν προϊόντα που τα κατασκευάζουν ανήλικα παιδιά των φτωχών χωρών. Είναι διατεθειμένοι να προσπαθήσουν να αλλάξουν την ατομική συμπεριφορά στην καθημερινή τους ζωή, να επιλέξουν τα νέα τεχνολογικά εξελιγμένα προϊόντα «με κοινωνική και περιβαλλοντική συνείδηση». Αρκεί βέβαια να έχουν πραγματικές επιλογές: προϊόντα και προτάσεις αστικής ζωής που θα είναι ελκυστικά, ποικίλα και ορατά όπου και αν στρέψουν το βλέμμα τους. Ο ρυπαίνων, ναι, να πληρώνει ακριβά, όχι αυτός που επιλέγει να ζει, να παράγει και να καταναλώνει υπεύθυνα.

Στη χώρα μας η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη έχει ήδη διανύσει μια σημαντική διαδρομή τα τελευταία επτά χρόνια, κυρίως σε επίπεδο αφύπνισης και παρουσίασης των πρώτων καλών παραδειγμάτων και πρακτικών προς μίμηση. Μένει να δούμε αν θα έχει τη δυναμική να προωθήσει αλλαγές αξιών, αντιλήψεων και πρακτικών στην ελληνική επιχειρηματική σκηνή αλλά και στην κοινωνία.


Το παραπάνω είναι άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στο ένθετο “Βήμα Ιδεών” της εφημερίδας “ΤΟ ΒΗΜΑ”

No Comments



SetPageWidth